Προτεινόμενο θέμα (2) – Αρχαία – λύσεις

Προτεινόμενο θέμα (2) - Αρχαία - λύσεις

Προτεινόμενο θέμα  (2) – Αρχαία – λύσεις

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

Διδαγμένο κείμενο

Πλάτωνος Πολιτεία (519d- 520a)

Α1. Έπειτα, είπε, θα αδικήσουμε αυτούς και θα τους κάνουμε να ζουν χειρότερα, ενώ είναι δυνατόν σε αυτούς να ζουν καλύτερα;

Ξέχασες πάλι, είπα εγώ, φίλε μου, ότι το νόμο δεν τον ενδιαφέρει πως μια ορισμένη κοινωνική τάξη θα ευτυχήσει υπερβολικά μέσα στην πόλη, αλλά προσπαθεί να βρει τρόπο να συμβεί αυτό για όλη την πόλη, συνενώνοντας αρμονικά τους πολίτες με την πειθώ και τη βία, κάνοντας να μοιράζονται μεταξύ τους την ωφέλεια την οποία ο καθένας μπορεί να προσφέρει στο σύνολο και ο ίδιος διαμορφώνοντας τέτοιους πολίτες μέσα στην πόλη, όχι για να τους αφήνει να πηγαίνουν, όπου θέλει  ο καθένας, αλλά για να τους χρησιμοποιεί ο ίδιος ως δεσμούς που ενώνουν την πόλη.

Αλήθεια, είπε˙ πραγματικά το ξέχασα.

Β1.Ο Γλαύκων αναρωτιέται με ιδιαίτερη έκπληξη αν είναι δίκαιο για τους φιλοσόφους να εξαναγκαστούν να ασκήσουν την εξουσία στην πόλη, ενώ οι ίδιοι δεν το επιθυμούν. Κατά τη γνώμη του, αυτό δεν είναι δίκαιο, γιατί, αν απαρνηθούν τις φιλοσοφικές τους αναζητήσεις και τη ήρεμη ζωή τους για να ασχοληθούν με τα κοινά, θα γίνουν δυστυχισμένοι. Ο Γλαύκων, λοιπόν, βλέπει το δίκαιο από την οπτική γωνία του ατομικού συμφέροντος και θεωρεί ότι είναι άδικο να παραγνωρίζεται η επιθυμία του ατόμου. Άλλωστε, κατά τον Γλαύκωνα, όσον αφορά τη δικαιοσύνη, πρόκειται για μια υποκριτική κοινωνική σύμβαση που επιβάλλεται από τους πολλούς προκειμένου να αυτοπροστατευτούν. Ο Γλαύκων αδυνατεί να αναγνωρίσει τη γνώση ως προϋπόθεση υπέρβασης της ατομικής συνείδησης προς την κατεύθυνση της κοινωνικής συνείδησης και της αναγνώρισης της σχετικής προτεραιότητας που έχει το καλό της πολιτικά οργανωμένης κοινωνίας σε σχέση με το άτομο.

Ο Σωκράτης, από την πλευρά του, αντικρούει την άποψη του Γλαύκωνα και του υπενθυμίζει ότι ο τέλικος και πιο σημαντικός σκοπός του Νόμου,τον οποίο και προσωποποιεί, είναι η ευδαιμονία ολόκληρης της πόλης  όχι μόνο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Βλέπει, έτσι, το δίκαιο από την οπτική γωνία του συλλογικού συμφέροντος και εκφράζει κοινωνιοκεντρικές αντιλήψεις για την πολιτική οργάνωση της πόλης- κράτους. Ο φιλόσοφος απαντά στον Γλαύκωνα, προβάλλοντας το γενικό καλό της πολιτικά οργανωμένης κοινότητας ως αγαθό που επιβάλλεται από  το Νόμο.

Πρέπει εδώ, να επισημανθεί η τεράστια σημασία που είχε ο νόμος για τον Πλάτωνα, όπως φαίνεται και στον διάλογο «Κρίτων». Εκεί, ο νόμος προσωποποιείται και συνδιαλέγεται με τον Σωκράτη. Ο μύθος αυτός εκφράζει τη θεμελιώδη θεωρία του «Κοινωνικού συμβολαίου». Σύμφωνα με αυτό, κάθε πολίτης που νοιάζεται για την πόλη του οφείλει να τηρεί τους νόμους και να βάζει στην άκρη το προσωπικό του συμφέρον, για να εξασφαλίσει τη συνοχή και την ομαλή συμβίωση μέσα σε αυτή. Αυτή τη στάση, άλλωστε, ακολούθησε μέχρι το τέλος της ζωής του και ο ίδιος ο Σωκράτης και το ίδιο θεωρεί ότι πρέπει να κάνουν και οι φιλόσοφοι.

Λαμβάνοντας, λοιπό, υπόψη τα λόγια του Σωκράτη για τον ηθικό εξαναγκασμό των φιλοσόφων, διαμορφώνονται δύο απόψεις σχετικά με την επιχειρηματολογία του φιλοσόφου.

Από τη μια η σωκρατική άποψη και επιχειρηματολογία δικαιώνεται με την οπτική εκείνων που θεωρούν ότι η ευδαιμονία και η πληρότητα του ανθρώπου δεν συνδέεται αναγκαστικά με την άνετη και ανέμελη ζωή. Αντίθετα αποδέχονται ότι για όσους δοκίμασαν την ευδαιμονία της Ιδέας και της αλήθειας, η άσκηση πολιτικής εξουσίας, το κατέβασμα ξανά στις σκιές της σπηλιάς, είναι θυσία και πόνος. Όμως δέχονται αυτή την πολιτική εξουσία και τη μοιράζονται με τους άξιους, όχι φυσικά από ματαιοδοξία και συμφέρον, αλλά από βαθιά συναίσθηση καθήκοντος και αποστολής. Το καθήκον και η συνείδηση μιας ανώτερης αποστολής, η εσωτερική επιταγή του χρέους για την πραγματοποίηση της Ιδέας, αυτά τους τοποθετούν στην κορυφή της πολιτείας και επιπλέον τους καθιστούν ανυποχώρητους σε ό,τι δεν υπηρετεί την Ιδέα και δεν προάγει την αξιοκρατία και τον τελικό σκοπό της ευδαιμονίας της πόλης συνολικά.

Από την άλλη η άποψή του ότι πρέπει να εξαναγκαστούν οι φιλόσοφοι να αναλάβουν τα ηνία της πόλης με στόχο το συμφέρον του συνόλου, δεν μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη, αφού, σε περίπτωση που εφαρμοστεί, δεν γίνεται σεβαστή η θέληση μιας μερίδας πολιτών, των φιλοσόφων. Πρώτος ο Αριστοτέλης παρατήρησε ότι ο σωκρατικός συλλογισμός χαρακτηρίζεται από αντίφαση, καθώς δεν είναι δυνατόν      η ιδανική πολιτεία να προάγει την ευδαιμονία όλων των πολιτών και την ίδια στιγμή να κάνει τους φιλοσόφους δυστυχισμένους αναθέτοντάς τους την πολιτική ηγεσία. Άρα δεν μπορεί να υπάρξει ευδαιμονία μέσα στο κράτος χωρίς την προσωπική ευδαιμονία του κάθε πολίτη.

Β2.Ο Σωκράτης, αντικρούει την άποψη του Γλαύκωνα και του υπενθυμίζει ότι ο τέλικος και πιο σημαντικός σκοπός του Νόμου, τον οποίο και προσωποποιεί, είναι η ευδαιμονία ολόκληρης της πόλης όχι μόνο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Βλέπει, έτσι, το δίκαιο από την οπτική γωνία του συλλογικού συμφέροντος και εκφράζει κοινωνιοκεντρικές αντιλήψεις για την πολιτική οργάνωση της πόλης- κράτους. Ο φιλόσοφος απαντά στον Γλαύκωνα, προβάλλοντας το γενικό καλό της πολιτικά οργανωμένης κοινότητας ως αγαθό που επιβάλλεται από το Νόμο και του αποδίδει τρεις λειτουργίες με τις οποίες επιδιώκεται η ευδαιμονία της πόλης.

Χρησιμοποιεί τρία μετοχικά σύνολα «συναρμόττων, ποιῶν και ἐμποιῶν» προκειμένου να καταδείξει τρεις αδιαπραγμάτευτες λειτουργίες-  προϋποθέσεις για την ύπαρξη και την ευδαιμονία της πόλης.

α) «συναρμόττων τοὺς πολίτας πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ»: Με το πρώτο μετοχικό σύνολο ο Πλάτωνας προβάλλει την κοινωνική λειτουργία του Νόμου, καθώς επιδιώκεται η κοινωνική συναρμογή των πολιτών.Ο φιλόσοφος συχνά μιλά για την αναγκαιότητα της αρμονίας τόσο στα μέρη της ψυχής, με την υποταγή του κατώτερου μέρους στο ανώτερο(το «ἐπιθυμητικὸν» πρέπει να υποτάσσεται στο «θυμοειδὲς» και  το «θυμοειδὲς» στο «λογιστικόν»), όσο και στις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους. Μόνο αν επιτευχθεί αυτή η αρμονία, θα οδηγηθούν  οι πολίτες στη δικαιοσύνη, στην ομαλή συμβίωση μέσα στην πόλη και τελικά στην ευδαιμονία. Αν όμως ο πολίτης είτε από ματαιοδοξία είτε από αδυναμία κρίσης δεν είναι σε θέση να οριοθετήσει τον τομέα της δραστηριότητάς του, τότε τουλάχιστον θα πρέπει να συμμορφώνεται προς τις υποδείξεις του εμπειρότερου, του σοφότερου, του σωφρονέστερου. Έτσι, ο νόμος, προκειμένου να πείσει τους πολίτες να υπακούουν σε αυτόν, ώστε να προκύψει κοινωνική αρμονία, χρησιμοποιεί την πειθώ, την χρήση δηλαδή λογικών επιχειρημάτων και την προβολή υγιών προτύπων, και τον εξαναγκασμό, τη δύναμη δηλαδή των κυρώσεων που διαθέτει.

Με την πειθώ και την παιδεία οφείλουν οι πολίτες να συνειδητοποιήσουν τον κοινωνικό τους ρόλο, να παραμερίσουν το προσωπικό τους συμφέρον και να προσφέρουν αλληλοβοηθούμενοι ό,τι είναι δυνατόν στην πολιτεία. Η μέθοδος αυτή απευθύνεται κυρίως στους πεπαιδευμένους πολίτες.

Υπάρχουν, όμως και πολίτες, οι οποίοι δεν πείθονται με τον λόγο. Σε αυτούς επιβάλλεται η βία. Πρόκειται για τον εξαναγκασμό που ορίζεται από τον νόμο και δεν επιβάλλεται τυραννικά, αυταρχικά.Η μέθοδος αυτή απευθύνεται και εφαρμόζεται, κυρίως στους απαίδευτους. Ο φιλόσοφος- νομοθέτης επιβάλλει στους πολίτες, αν εκείνοι πολυπραγμονούν, καταναγκαστικά, υποχρεωτικά μέτρα για    τη συμμόρφωσή τους στο πνεύμα της δικαιοσύνης, όπως και στους πεπαιδευμένους, που δεν έχουν συνετιστεί με την πειθώ, καθώς και στους άρχοντες, που είναι υποχρεωμένοι να ζουν με λιτότητα και ευσυνειδησία, ώστε να εκλείψει η διαφθορά από τη δημόσια ζωή. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο νόμος οφείλει να αποβλέπει στην ευδαιμονία όλης της πόλης και να υποχρεώνει τους Αγαθούς              να ασκήσουν την εξουσία.

β) «ποιῶν μεταδιδόναι… ὠφελεῖν»: Με το δεύτερο μετοχικό σύνολο ο Σωκράτης αποδίδει στον Νόμο οικονομική λειτουργία. Ο Νόμος κατοχυρώνει μια από τις βασικές ιδρυτικές αρχές της πόλης, τον καταμερισμό της εργασίας, με τον οποίο κατακτάται η αυτάρκεια. Έτσι, αν το άτομο είναι από τη φύση του φτωχό, με την κοινωνική του συναρμογή γίνεται αύταρκες χάρη στην αυτάρκεια που αποκτά η κοινότητα με τον καταμερισμό της εργασίας. Οι εργασίες κατανέμονται σε κάθε πολίτη με βάση τις ικανότητές του, ώστε ο καθένας να στρέφει την προσοχή του όχι μόνο στην ικανοποίηση των δικών του αναγκών, αλλά και στις ανάγκες των συμπολιτών του, με στόχο το κοινό όφελος και την ευδαιμονία. Έτσι, μεταξύ των πολιτών καλλιεργούνται σχέσεις συνεργασίας, αλληλοβοήθειας, αλληλοπροσφοράς, αλλά και αλληλεγγύης.

γ) «καὶ αὐτὸς ἐμποιῶν… ἐπὶ τὸν σύνδεσμον τῆς πόλεως»: Με το τρίτο μετοχικό σύνολο δηλώνεται η παιδαγωγική και πολιτική λειτουργία του Νόμου, ο οποίος έχει χρέος να διαπλάθει ανθρώπους ικανούς και άξιους να διατηρούν τη συνοχή της πόλης. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται ο Νόμος από τη μια να περιορίσει την ατομική επιθυμία, ώστε να τιθασευτεί η θέληση από τον Λόγο, και από την άλλη να κατευθύνει την πολιτική κοινωνικοποίηση των ανθρώπων. Συνεπώς, ο Νόμος υπηρετεί τον τελικό σκοπό της ευδαιμονίας του συνόλου, καλλιεργώντας την κοινωνικότητα και αναδεικνύοντας τους αγαθούς πολίτες σε πολιτικούς ηγέτες που επιφορτίζονται με τη διατήρηση της συνοχής της πόλης. Τέλος, ο Νόμος θέτει όρια και περιορισμούς στη συμπεριφορά των πολιτών, αλλά και των φιλοσόφων- βασιλέων, ώστε να μην παρεκτρέπονται και διαταράσσουν τη συνοχή της πόλης.

Β3.Και στα δύο κείμενα, ο νόμος επιχειρεί να ρυθμίσει τη συμπεριφορά των πολιτών, με απώτερο σκοπό να εξασφαλιστεί η αρμονία και η ευδαιμονία όλων των κοινωνικών ομάδων.Στον Πλάτωνα αυτό θα επιτευχθεί με την υποταγή της κατώτερης τάξης στην ανώτερη και με την ενσυνείδητη προσφορά της ανώτερης τάξης των φυλάκων- αρχόντων στο κοινωνικό σύνολο. Για τον Πρωταγόρα οι νόμοι είναι οι γραμμές που χαράζει η πολιτεία για να κατευθύνει και να διδάξει στους πολίτες της τα όρια μέσα στα οποία μπορούν να κινούνται χωρίς να τους παραβιάζουν. Ούτε ο νόμος, ούτε οι πολιτικές αρετές υπάρχουν εκ φύσεως, οπότε χρειάζεται να αποκτηθούν με διδασκαλία και προσπάθεια και ένα σύστημα επιβολής ποινών μη εκδικητικό. Από την άλλη, παρατηρούμε στα δύο κείμενα, κάποιες διαφορές που σχετίζονται με τον χαρακτήρα του νόμου. Στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα ο νόμος φαίνεται να παρεμβαίνει έντονα στη ζωή των πολιτών,να εφαρμόζει βία και να στερεί κάποιες από τις ελευθερίες τους στην προσπάθειά του να διατηρήσει τη συνοχή της πόλης. Φαίνεται, λοιπόν, να έχει χαρακτήρα πιο αυταρχικό και τυραννικό. Αντίθετα, στον «Πρωταγόρα» ο νόμος φαίνεται να έχει χαρακτήρα περισσότερο παιδευτικό και καθοδηγητικό. Η υπακοή στους νόμους εντάσσεται μέσα στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος της Αθήνας. Βέβαια, όταν σημειώνονται παρεκτροπές, επιβάλλονται κι εδώ κυρώσεις.

Β4.Απάντηση, σελ. σχολ. βιβλίου 90- 91 «Εφόσον λοιπόν, το όλον… και τον τοποθετεί στην θέση που του αρμόζει.».

Β5.

 

ἐπελάθου

= λαθραίος, αλήθεια
ἀδικήσομεν = αδίκημα, αντίδικος
ἔφη = διαφήμιση, πρόσφατος
συναρμόττων  = αρμονία, φυσαρμόνικα
ἀφιῇ = ένεση, κάθετος

Προτεινόμενο θέμα (2) – Αρχαία – λύσεις

Γ1.Πρέπει να έχετε υπόψη σας πως έχετε έρθει εδώ για να αποφασίσετε  για τα πιο σοβαρά ζητήματα. Θα δώσετε δηλαδή την ψήφο σας για συμφωνίες, τις οποίες ποτέ ως σήμερα ούτε εμάς προς άλλους μας ωφέλησε να τις παραβιάσουμε, ούτε άλλους προς εμάς, και τόσο μεγάλο είναι το κύρος τους, ώστε τα περισσότερα ζητήματα της ζωής και στους Έλληνες και στους βαρβάρους ρυθμίζονται με συμφωνίες. Διότι σε αυτές έχουμε εμπιστοσύνη και πηγαίνουμε ο ένας στη χώρα του άλλου και προμηθευόμαστε όσα ο καθένας μας τυχαίνει να έχει ανάγκη· με βάση αυτές ρυθμίζουμε τις μεταξύ μας σχέσεις και σταματάμε τις έχθρες και τους εμφύλιους πολέμους. Είναι ο μόνος θεσμός που ακολουθούμε πιστά σε όλη μας τη ζωή όλοι εμείς οι άνθρωποι. Ώστε όλοι πρέπει να τις τηρούμε, και περισσότερο από όλους εσείς.

Γ2.

Ἐνθυμεῖσθε : ἐνθυμηθείημεν/ ἐνθυμηθεῖμεν
μεγίστων : τῷ μείζονι
δικάσοντες : δεδίκασται
παραβῆναι : παρεβάθητε
πλεῖστα : τά πολλά, τά πλείονα
ποριζόμεθα : τῆς πορισάσης
ποιούμεθα : πεποιηκέναι
τούτῳ : ταύτας
πάντες : τό πᾶν
μάλιστα : μάλα, μᾶλλον

 Γ3.α) τοῖς Ἕλλησι: δοτική προσωπική χαριστική

κοινῷ: κατηγορούμενο του αντικειμένου τούτῳ

ἅπασι: δοτική προσωπική στο προσήκει

αὐταῖς: αντικείμενο στο απαρεμφατο βοηθεῖν

β)περί τῶν μεγίστων: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του σκοπού στο δικάσοντες

διά συνθηκῶν: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του μέσου  ή του τρόπου στο εἶναι

μετά τούτων: εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός της σύμπραξης στο ποιούμεθα

Γ4.Δευτερεύουσα ονοματική ειδική πρόταση. Εισάγεται με τον ειδικό σύνδεσμο «ὅτι» γιατί εκφράζει αντικειμενική κρίση. Εκφέρεται με οριστική (ἥκετε), γιατί δηλώνει πραγματικό γεγονός. Είναι μορφή πλαγίου λόγου κρίσης και λειτουργεί ως αντικείμενο στο ρήμα της κύριας πρότασης «ἐνθυμεῖσθε».

Προτεινόμενο θέμα (2) – Αρχαία – λύσεις

 

0 responses on "Προτεινόμενο θέμα (2) - Αρχαία - λύσεις"

Leave a Message

top
X